Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

Δημοσιογραφικό ημερολόγιο από τους βομβαρδισμούς στη Σερβία. "ΕΨΙΛΟΝ", 1999

της Βασιλικής Σιούτη
φωτ.Σπύρος Τσακίρης

    Η 25η Μαρτίου ξημερώνει με την είδηση της έναρξης των ΝΑΤΟικών βομβαρδισμών στην Γιουγκοσλαβία. Αθήνα - Θεσσαλονίκη - Σκόπια -Κόσοβο και Βελιγράδι, η διαδρομή-καθήκον του δημοσιογράφου.
     Πρώτη στάση στα Σκόπια. Οι ξένοι δημοσιογράφοι εγκαταλείπουν το Κοσυφοπέδιο αλαφιασμένοι."Θεέ μου η Βαγδάτη ήταν παράδεισος μπροστά στην κόλαση που αντικρίσαμε" είναι η πρώτη φράση που ακούω από έναν γάλλο δημοσιογράφο.
     Μια ολόκληρη μέρα ψάχνουμε τρόπο να μπούμε στο Κοσυφοπέδιο για να περάσουμε στο Βελιγράδι. "Ούτε για 20.000 δολάρια" είναι η απάντηση του πρώτου ταξιτζή που ζητάω να μας μεταφέρει. Οι επόμενες απόπειρες για εξεύρεση πρόθυμου οδηγού έχουν παρόμοια τύχη. Οι σλάβοι εξηγούν ότι τρέμουν τους αλβανούς κι οι αλβανοί τους σέρβους."Θα μας τσακίσουν. Αν αποφασίσω,όμως, να αυτοκτονήσω ,θα σας ειδοποιήσω" μας λέει ένας. Τα δρομολόγια των τρένων και των λεωφορείων για "Σκόπια-Βελιγράδι" ακυρώνονται το ένα μετά το άλλο. Λίγο πριν το στάδιο της απελπισίας λαμβάνεται η απόφαση για αναγκαστική διανυκτέρευση στα Σκόπια και "αύριο βλέπουμε".
    Η πρωτεύουσα της FYROM μια τεράστια ΝΑΤΟική βάση. Τα τανκς παρελαύνουν στους δρόμους και οι σκοπιανοί φτύνουν στο πέρασμα τους. "Φτου σας γουρούνια" λένε δειλά-δειλά, με οργή και φόβο μαζί. "Οι σέρβοι είναι αίμα μας και εμάς δε μας ρωτάει κανένας". Την ίδια ώρα οι αλβανόφωνοι της ίδιας χώρας φιλοξενούν και προσφέρουν τις φροντίδες τους, μέσω των ισλαμιστικών οργανώσεων των Σκοπίων και του Τέτοβου, στους πρώτους κοσοβάρους πρόσφυγες.
    Τα μεγάλα ξενοδοχεία -όσα δεν φιλοξενούν ΝΑΤΟικούς- έχουν πλημμυρίσει από τους δημοσιογράφους της "παγκόσμιας τηλεοπτικής κοινότητας". Ποτέ ξανά τα Σκόπια δεν είχαν φιλοξενήσει τόσα "πρωτοκλασάτα" ονόματα της διεθνούς δημοσιογραφίας.
    Στα σύνορα Κοσυφοπεδίου-Τέτοβου έχουν αρχίσει να κάνουν δειλά τις πρώτες εμφανίσεις τους οι αλβανοί πρόσφυγες. Ολα τα συνεργεία των μεγάλων δυτικών τηλεοπτικών σταθμών είναι εκεί για να τους υποδεχθούν. Τίποτα το θεαματικό, όμως, δεν έχει αρχίσει να συμβαίνει ακόμα. Μέσα σε πέντε ώρες δεν έχουν περάσει περισσότεροι από είκοσι κοσοβάροι. Μόλις περνούν τα σύνορα κι αντικρίζουν τα τηλεοπτικά συνεργεία κάνουν την πρώτη τους στάση και τα πλησιάζουν. Γνωρίζουν ότι είναι το δικό τους ραντεβού με τον "πολιτισμό". Οι ξένοι δημοσιογράφοι τους κερνάνε μπισκότα κι αμέσως μετά εκείνοι αρχίζουν να διηγούνται τα πάθη τους on camera για να ταξιδέψουν δορυφορικά σε όλο τον κόσμο.
    Την επόμενη μέρα, κυκλοφορεί η πληροφορία, ότι το τρένο των 2.00 θα φύγει κανονικά για Βελιγράδι. Φτάνουμε στον σταθμό μία ώρα νωρίτερα. Στο γκισέ δεν υπάρχει η συνήθης ουρά και, καθώς ο χρόνος περνά, παραμένουμε οι μοναδικοί φιλόδοξοι επιβάτες. Δύο παρά δέκα επιβιβαζόμαστε στο τρένο. Δεν υπάρχει ψυχή. "Δε μπορεί κάποιος θα φανεί", λέει ο Σπύρος, αλλά κανείς δεν φαίνεται πλην του ελεγκτή, του οποίου η παρουσία μας κάνει λίγο πιο αισιόδοξους. "Μπα, δε θα φύγει" λέμε κι δύο καθώς η ώρα πάει 2.00. Πριν τελειώσουμε καλά καλά την φράση, το τρένο ξεκινά. Ενα τρένο τριακοσίων θέσεων με μοναδικούς επιβάτες τους απεσταλμένους της "Ελευθεροτυπίας". Προφανώς μαζί μας είναι κι ο οδηγός, με τον οποίο δεν υπάρχει δυνατότητα οπτικής επαφής. Ξέρουμε όμως ότι υπάρχει, κι έστω νοερά, έχουμε κάποια παρέα. Τη μοναξιά της διαδρομής σπάνε τα τηλέφωνα. Οι συνάδελφοι από την εφημερίδα ανησυχούν. Σε λίγο θα περάσουμε από το Κοσυφοπέδιο. "Αν βομβαρδίζουν, να μη μας το πουν" είναι η "παραγγελία" του Σπύρου που τακτοποιεί τα φωτογραφικά του σύνεργα στα καθίσματα του τρένου. Και δε μας το λένε. Οταν όμως το κινητό παίρνει "φωτιά" αρχίζουμε να το υποψιαζόμαστε.
     Εχει νυχτώσει και είμαστε στα μισά. Ξαφνικά τα φώτα του τρένου σβήνουν και οι στάσεις γίνονταν όλο και πιο συχνές. Η μοναξιά έχει αρχίσει να γίνεται αφόρητη. Μας αγριεύει. Το μόνο που διακρίνεται στο σκοτάδι είναι η κάφτρα του τσιγάρου του Σπύρου. "Δε θα βομβαρδίσουν τρένο" λέμε ο ένας στον άλλο, προσπαθώντας να διατηρήσουμε την ψυχραιμία μας.(Πράγματι δεν το βομβάρδισαν εκείνη την ημέρα, αλλά δύο εβδομάδες μετά).
    Οταν η διαδρομή "θρίλερ" τελειώνει - μετά από 10 αντί για 6 ώρες ταξίδι- αντικρίζουμε ένα συσκοτισμένο Βελιγράδι. Κατευθυνόμαστε τρέχοντας στο ξενοδοχείο Hyatt, όπου έχουν αρχίσει ήδη να συγκεντρώνονται δημοσιογράφοι από όλο τον κόσμο. Το CNN, το BBC, οι Times, και πλήθος άλλοι , είναι όλοι εκεί.
    Η πρώτη κίνηση είναι να συναντήσουμε τους συναδέλφους που έχουν φτάσει ήδη εκεί πριν από εμάς και γνωρίζουν την κατάσταση. Ο Γιώργος Γεωργιάδης, ο Αργύρης Ντινόπουλος, ο Δημήτρης Μεσσήνης μας προσφέρουν τις "πρώτες βοήθειες" ενημερώνοντας μας. Η δεύτερη κίνηση, εκ των ων ουκ άνευ, είναι η διαπίστευση μας στο στρατιωτικό κέντρο τύπου (στη χώρα είχε κηρυχθεί κατάσταση πολέμου) και η έκδοση ταυτότητας πολεμικού ανταποκριτή, χωρίς την οποία δεν μπορείς να κινηθείς.
    Το πρώτο διάστημα η καχυποψία των σέρβων απέναντι στους δημοσιογράφους χωρών μελών του ΝΑΤΟ είναι μεγάλη. Στο πρόσωπο μας βλέπουν έναν πιθανό πράκτορα. Στο ξενοδοχείο άλλωστε κυκλοφορούν πράγματι φήμες -ακόμα κι ανάμεσα μας- ότι κάποιοι ξένοι μπορεί να παίζουν αυτό το ρόλο, κάτι που συμβαίνει σε ανάλογες συνθήκες.
    Στην αρχή κανένας μας δε μπορεί να κάνει κάποιο ρεπορτάζ χωρίς να πάρει πριν το "κίτρινο χαρτί" -άδεια- του στρατού. Πολύ σύντομα όμως αυτό καταργείται στην πράξη , με πρωτοπόρους τους έλληνες , οι οποίοι αρχίζουν να κινούνται με μεγαλύτερη ελευθερία και να κάνουν τα ρεπορτάζ τους χωρίς να ζητούν έγκριση.
    Ενα από τα πρώτα πράγματα που μου λένε κάποιοι έλληνες στο Βελιγράδι , είναι ότι η ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ" δεν χαίρει ιδιαίτερης συμπάθειας στο κόμμα του Μιλόσεβιτς λόγω των συχνών επικριτικών άρθρων που έχει δημοσιεύσει για την πολιτεία του. Περιμένω να συναντήσω προβλήματα, κι ετοιμάζω με την σκέψη μου τις εξηγήσεις για την πλουραλιστική ταυτότητα της εφημερίδας μου. "Αν μπορούν να το καταλάβουν" σκέφτομαι. Ωστόσο, προς έκπληξη μου, δε συναντώ  τέτοιο πρόβλημα. Περιμένω με άγχος το πρώτο κρούσμα λογοκρισίας. Υπάρχουν κάποιες απαγορεύσεις, μόνο σε σχέση με τις εικόνες, αλλά όχι πολύ διαφορετικές από αυτές που αντιμετωπίζουμε ακόμα και στις χώρες μας. Μας δηλώνουν ρητά, για παράδειγμα, ότι απαγορεύεται η έξοδος εικόνας με πιθανούς ΝΑΤΟικούς στόχους, πράγμα που οι περισσότεροι δημοσιογράφοι δείχνουν να κατανοούν.
     Ο σοβαρότερος κίνδυνος των δημοσιογράφων στην γιουγκοσλαβική πρωτεύουσα, είναι ίδιος με όλων όσων ζουν σε αυτή τη χώρα, κι αυτός φυσικά δεν είναι άλλος από τις ΝΑΤΟικές βόμβες, οι οποίες από ένα σημείο και μετά αρχίζουν να  σκοτώνουν αδιακρίτως.
    Οσοι δημοσιογράφοι μένουν στο ξενοδοχείο Hyatt , για να φτάσουν εκεί μετά το ρεπορτάζ, περνάνε καθημερινά από τη γέφυρα του Μπράνκοφ, μία από τις ελάχιστες που δεν έχουν ακόμα βομβαρδιστεί. Κανένας δεν ξέρει αν αυτό δεν θα συμβεί την ώρα που περνάει. Η μόνη άμυνα είναι η ψυχραιμία και το εύρημα του ...."κιχ". Αυτό είναι ένα δημοσιογραφικό αστείο που βγήκε την επομένη του βομβαρδισμού της γέφυρας του Νόβισαντ. Οταν οι δημοσιογράφοι περνάνε από τη γέφυρα του Μπράνκοφ, ένας ένας αρχίζουν να λένε αστειευόμενοι "κιχ". Οταν τους ρωτάνε γιατί, απαντούν: "γιατί οι άλλοι στο Νόβισαντ δεν πρόλαβαν να πουν ούτε "κιχ". Λίγο "πικρό" χιούμορ,  αλλά μερικές καταστάσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο με σαρκασμό που ξορκίζει το φόβο.
    Ενα από τα πρώτα πράγματα που μας ξαφνιάζουν στο Βελιγράδι, πριν αρχίσουμε να βλέπουμε πτώματα, είναι η ψυχραιμία και το χιούμορ του σερβικού λαού. Την πρώτη Κυριακή μετά την έναρξη των βομβαρδισμών, χιλιάδες κόσμου ξεχύνεται στην πλατεία Δημοκρατίας με ένα μοναδικό πάθος για να τραγουδήσει και να κοροιδέψει το ΝΑΤΟ. Βέβαια από ότι φαίνεται,μετά, δεν "βλέπουμε" όλοι το ίδιο. Το βράδυ, ένας από τους μεγαλύτερους διεθνείς τηλεοπτικούς σταθμούς στην ανταπόκριση από το Βελιγράδι δεν δείχνει παρά ελάχιστα πλάνα, λίγων μόλις δευτερολέπτων, κι αυτά παρουσιάζουν μία συναυλία εντελώς διαφορετική από αυτή που είδαμε.
     Τα πλάνα έχουν τραβηχθεί προφανώς μετά την λήξη της συναυλίας (δεν ακούγεται καν μουσική) και δείχνουν λίγες δεκάδες κόσμου, αραιά γύρω από την πλατεία, αντί για τις χιλιάδες νέων που την είχαν πλημμυρίσει. Το μοναδικό ζουμ που γίνεται, είναι σε έναν 80χρονο παππού που του λείπουν τα δόντια, μια φιγούρα πραγματικά άσχημη, ο οποίος φωνάζει με τρόπο απωθητικό "Κόσοβο- Σέρμπια". Μάλλον κουράστηκαν αρκετά,πάντως, για να βρουν αυτή την φυσιογνωμία, γιατί όσοι βρέθηκαν την πρώτη μέρα στην συναυλία, παρατηρούσαν πόσο όμορφα ήταν τα κορίτσια και τα αγόρια της Σερβίας. Μια εικόνα που αν μεταφερόταν ατόφια στην τηλεόραση, υπήρχε  "κίνδυνος" να λειτουργήσει ως φιλοσερβική προπαγάνδα! Τα επόμενα βράδια δεν εκπλήσομαι, πια, όταν βλέπω να αποσιωπούνται σημαντικά γεγονότα της Γιουγκοσλαβίας από τα διεθνή τηλεοπτικά δίκτυα, συμπτωματικά, όλα όσα δεν θα αποτελούσαν και την καλύτερη διαφήμιση του ΝΑΤΟ!
    Στις 10 Απριλίου με καλούν στο στρατιωτικό κέντρο τύπου για να μου πουν ότι το αίτημα για επίσκεψη σε καταυλισμό κοσοβάρων προσφύγων στην Σερβία έγινε δεκτό κι ότι μαζί με τον δημοσιογράφο του BBC, Μάικ Ουίλιαμς -που είχε υποβάλλει το ίδιο αίτημα- μπορούμε να πάμε στο Ζάιτσαρ, στα σύνορα με την Βουλγαρία, και να τους συναντήσουμε.
    Οταν φτάνουμε στον καταυλισμό του Ζάιτσαρ, αντί να συναντήσουμε αλβανόφωνους πρόσφυγες, βρίσκουμε τσιγγάνους πρόσφυγες από το Κοσυφοπέδιο. Ο Ουίλιαμς αγανακτεί και διαμαρτύρεται."Εσύ δεν απογοητεύθηκες"; ρωτάει. "Κι εγώ περίμενα να συναντήσω αλβανόφωνους αλλά και οι τσιγγάνοι έχουν ενδιαφέρουν" απαντώ και αστειεύομαι μιλώντας του για τον σκηνοθέτη Κουστορίτσα, του οποίου την ύπαρξη αγνοεί κι ούτε θέλει να μάθει.
    Στη συνέχεια κάποιος σέρβος υπεύθυνος για τους πρόσφυγες στο Ζάιτσαρ, ονόματι Ιβάν Ιβάνοβιτς , μας πληροφορεί ότι στην πόλη υπάρχουν επίσης πολλοί σέρβοι πρόσφυγες από το Κοσυφοπέδιο. Και οι δύο ζητάμε αμέσως να τους συναντήσουμε. Η απάντηση ,όχι των αρχών αλλά των σέρβων προσφύγων, είναι αρνητική, όπως και σε επόμενες κρούσεις. Συναντάμε μια πρωτοφανή περηφάνια. "Ζούμε το δράμα μας. Δεν θέλουμε να γίνουμε τηλεοπτικό θέαμα" ήταν η απάντηση τους. Ο βρετανός δημοσιογράφος απογοητεύεται ακόμα περισσότερο: "Μα τι διάολο θέλουν; Μας κατηγορούν ότι δε δείχνουμε την αλήθεια, και τώρα που τους ζητάμε να παρουσιάσουμε την φωνή τους , αρνούνται! Τι λαός!" λέει, χωρίς να μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει περηφάνια αλλά και ξεροκεφαλιά στα Βαλκάνια.
    Οταν επιστρέφουμε, τον ρωτάω αν πιστεύει ότι το ΝΑΤΟ βομβαρδίζει τους σέρβους λόγω της "ανθρωπιστικής του ευαισθησίας" για τους αλβανούς, και μου απαντά με απόλυτη σιγουριά ότι αυτό ακριβώς πιστεύει. Αποψη που λίγο- πολύ έχουν παγιωμένη σχεδόν όλοι οι δυτικοί δημοσιογράφοι.Είναι ,μάλιστα, έκπληκτος με όσους δημοσιογράφους αμφισβητούν το ανθρωπιστικό κίνητρο, και αντιπαραθέτουν την έλλειψη ευαισθησίας του ΝΑΤΟ σε περιπτώσεις όπως των κούρδων και των παλαιστίνιων.
     Η διαφορετική ματιά στα πράγματα γίνεται πολλές φορές αντικείμενο συζήτησης τα βράδια στο ξενοδοχείο. "Εμείς οι λαοί των βαλκανίων, και ειδικά οι χώρες της ορθόδοξης κουλτούρας, δεν έχουμε υποστεί ακόμα την αλλοτρίωση του δυτικού πολιτισμού της κατανάλωσης" ισχυρίζεται ένα βράδυ ρουμάνος συνάδελφος που εργάζεται σε διεθνές πρακτορείο. "Για αυτό δεν τρώμε τη "μασημένη τροφή" και ψάχνουμε πάντα να βρούμε τι κρύβεται πίσω από κάθε τι, πολλές φορές ενοχλώντας. Οι δυτικοί,όμως, μας βλέπουν σα "λευκούς νέγρους" είναι η άποψη του. Την ίδια ώρα ο Μπρεντ Σάντλερ του CNN "σκάει μύτη" στο εστιατόριο του ξενοδοχείου συνοδευόμενος από μία εντυπωσιακή γιουγκοσλάβα, προκαλώντας ποικίλα σχόλια στα γύρω τραπέζια.  Λίγο πιο πέρα βρίσκεται ο "κομαντάντε Αρκάν", γνωστός για την δράση του ενάντια στους μουσουλμάνους τον καιρό του πολέμου της Βοσνίας, συνοδευόμενος από την σύζυγο του και τους -άνδρες και γυναίκες- σωματοφύλακες. Κάποια ΜΜΕ τον ήθελαν στο Κόσοβο να "καθαρίζει" αλβανούς, αλλά εκείνος -καθημερινός επισκέπτης του Hyatt- προτιμά να δίνει συνεντεύξεις και να συνομιλεί με τους ξένους δημοσιογράφους. Ενα βράδυ, μάλιστα, εθεάθη σε πολύ φιλική συντροφιά και με τον Σάντλερ του CNN , συνοδεία εντυπωσιακών γυναικών.
    Οι βομβαρδισμοί εντείνονται. Μια εβδομάδα μετά την άφιξη μας, αρχίζουν να χτυπούν και στο κέντρο του Βελιγραδίου. Κάθε βράδυ, η ίδια περίπου σκηνή. Οι δημοσιογράφοι πέφτουμε για ύπνο, συχνά με τα ρούχα, και μόλις ακούμε τους βομβαρδισμούς, συνήθως μετά τα μεσάνυχτα, πεταγόμαστε. Κατεβαίνουμε στο λόμπι του ξενοδοχείου , ενημερωνόμαστε για την περιοχή που έπεσαν οι πύραυλοι ή οι βόμβες και σπεύδουμε επί τόπου για το ρεπορτάζ. Οι σέρβοι παραμένουν εντυπωσιακά ψύχραιμοι.
    Οι περισσότεροι από αυτούς που συναντάμε δεν είναι οπαδοί του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς. "Στις τελευταίες εκλογές βγήκε με το ζόρι. Αμφιβάλλουμε εάν θα ξαναεκλεγόταν" λένε οι περισσότεροι. "Για την ακρίβεια ψάχναμε έναν καλό τρόπο να τον ξεφορτωθούμε. Τώρα που μας βομβαρδίζουν, όμως, θα είμαστε όλοι ενωμένοι κι αν συνεχίσουν έτσι, βλέπω να έχουμε τον Μιλόσεβιτς άλλα είκοσι χρόνια". Ο εθνικισμός στον μέσο πολίτη και ειδικά στους νέους είναι απών. Οταν τους ρωτάς για τους αλβανούς, σπάνια τους κατηγορούν.Αναφέρουν απλώς ότι "είναι θύματα και ότι τους χρησιμοποιούν οι αμερικάνοι". Οι εχθροί για αυτούς είναι το ΝΑΤΟ κι όχι οι αλβανοί.
    Μετά τις πρώτες δέκα μέρες γινόμαστε μάρτυρες των πρώτων "λαθών" του ΝΑΤΟ που επαναλαμβάνονται το ένα μετά το άλλο, σκοτώνοντας άμαχο πληθυσμό. Μικρά παιδιά ,γυναίκες, και πρόσφυγες προστίθενται στον κατάλογο. Ο προσωπικός μας φόβος έχει ξεπεραστεί. Οχι πως οι δημοσιογράφοι είναι ήρωες, αλλά όταν βιώνεις ένα τόσο δραματικό γεγονός, βγαίνεις από τα στενά προσωπικά σου όρια, και συχνά παθαίνεις κάτι σαν "παιδική αφοβία".
    Οταν βομβαρδίζουν το κτίριο που στεγάζει το κόμμα του Μιλόσεβιτς, μόλις εκατόν πενήντα μέτρα από το ξενοδοχείο μας, μοιάζει σα να σχίζεται ο ουρανός και η γη μαζί. Τα τζάμια του Hyatt σπάνε. Ολοι οι δημοσιογράφοι σπεύδουν επί τόπου. Ο μικρότερος κίνδυνος εκείνη την ώρα είναι να εκραγεί κάποια βόμβα που πιθανώς δεν έχει σκάσει -κάτι που έχει γίνει σε αρκετές περιπτώσεις - ενώ δεν είναι απίθανο να εκτοξευθούν κι άλλοι πύραυλοι για να αποτελειώσουν τον στόχο.
    Ενα μήνα μετά, οι βομβαρδισμοί έχουν γίνει μέρος της καθημερινότητας μας. Πηγαίνουμε, βλέπουμε, καταγράφουμε και μερικές φορές συγκινούμαστε.Ο βομβαρδισμός της σερβικής τηλεόρασης έρχεται ως αποκορύφωση του δράματος που ζούμε στο Βελιγράδι.
     Γύρω στις 2.00 ξυπνάμε από τους βομβαρδισμούς. Ανοίγουμε την σερβική τηλεόραση για να ενημερωθούμε για τον στόχο. Τα σερβικά δελτία ειδήσεων εκπέμπουν όλο το 24ωρο αυτή την περίοδο. Αν είναι πάλι το αεροδρόμιο της Μπατάνιτσα, θα αλλάξουμε απλώς πλευρό.Η οθόνη όμως είναι νεκρή. "Χτύπησαν την τηλεόραση" λέμε ο ένας στον άλλο σα να μην το πιστεύουμε, αν και οι αμερικάνοι είχαν εκδηλώσει την δυσαρέσκεια τους για τις σερβικές ειδήσεις, και το CNN τα είχε μαζέψει την περασμένη Δευτέρα, εγκαταλείποντας άρον άρον το στούντιο του , προμηνύοντας για το τι θα επακολουθούσε.
    Οταν φθάνουμε, πλήθος ασθενοφόρων φορτώνουν ένα-ένα τα πτώματα των σέρβων συναδέλφων μας. Το σοκ είναι μεγάλο. Για τους δημοσιογράφους της τηλεόρασης που είχαν μια στενότερη σχέση μαζί τους, καθώς από εκεί καθημερινά έστελναν τις ανταποκρίσεις τους, ακόμα μεγαλύτερο. Οι αναθυμιάσεις από τις βόμβες κάνουν την κατάσταση αφόρητη.
    Εχει περάσει μία ώρα. Εχουμε στείλει την είδηση και παρακολουθούμε μουδιασμένοι την επιχείρηση των σέρβων να διασώσουν ότι μπορούν. Είναι τρεις τη νύχτα, οι προβολείς που φωτίζουν το βομβαρδισμένο κτίριο για να βοηθήσουν τους εκσκαφείς, ξαφνικά σβήνουν. Ανησυχούμε. "Απομακρυνθείτε γρήγορα, μας ειδοποιούν ότι έρχεται κι άλλος πύραυλος", φωνάζουν οι αστυνομικοί στους δημοσιογράφους. Ο πανικός είναι απερίγραπτος. Είναι η δεύτερη ή τρίτη φορά που φοβάμαι, αλλά η πρώτη τόσο πολύ. Ολοι αρχίζουν να τρέχουν απεγνωσμένα. Μέσα στην αναταραχή χάνω τους συναδέλφους που είμαστε μαζί. Φωνάζω, με μια αίσθηση μάταιου, αλλά με εντοπίζουν αμέσως και με τραβάνε από το χέρι. Τουλάχιστον να είμαστε ο ένας κοντά στον άλλο. Η αλληλεγγύη και η συντροφικότητα είναι συγκινητική.
   Λίγα λεπτά μετά , κι αφού έχουμε απομακρυνθεί, όχι περισσότερο από 50 μέτρα, διαπιστώνουμε ότι είχε γίνει λάθος. Οι αστυνομικοί ωστόσο εξακολουθούν να μας προτείνουν την αποχώρηση μας ,μια και δε μπορούν να εγγυηθούν τίποτα για την ασφάλεια μας. Οποιος ήθελε να μείνει, θα έπαιρνε το προσωπικό του ρίσκο. Και μένουν όλοι. Μοναδικοί απόντες οι δημοσιογράφοι του CNN που έδωσαν την είδηση "ξερή" κλεισμένοι στο δωμάτιο του ξενοδοχείου τους.
    Οταν στο Βελιγράδι, την άλλη μέρα, φτάνουν οι πληροφορίες από την Αθήνα ότι δυο τρεις δημοσιογράφοι, που δεν έτυχε να ανέβουν στην Γιουγκοσλαβία για ρεπορτάζ, ταυτισμένοι με τις ΝΑΤΟικές θέσεις, κατηγορούσαν τους έλληνες για φιλοσερβισμό, οι περισσότεροι απλώς χαμογέλασαν πικρά χωρίς να προβούν σε κανένα σχόλιο.